みせ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おたな

  1. 01 ευγενικό κατάστημα, μαγαζί, επιχείρηση, εστιατόριο

Παραδείγματα

  • お店おみせきます。

    Πάω στο μαγαζί.

  • あのお店おみせはいつもたくさんのおきゃくさんでにぎわっています。

    Εκείνο το μαγαζί έχει πάντα πολύ κόσμο.

  • 最近さいきんオープンしたばかりのあのお洒落しゃれお店おみせは、SNSで話題わだいになり、週末しゅうまつには行列ぎょうれつができるほど人気にんきです。

    Το καινούργιο, μοντέρνο μαγαζί που άνοιξε πρόσφατα, έγινε viral στα social media και πλέον τα σαββατοκύριακα έχει τόσο πολύ κόσμο που σχηματίζονται ουρές.