お座り
ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παιδικό κάθισμα, το να κάθεται κάποιος
- 02 κάτσε!
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- お座りする
- Παρόν (ευγενικό)
- お座りします
- Άρνηση (απλή)
- お座りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- お座りしません
- Παρελθόν (απλό)
- お座りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- お座りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- お座りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- お座りしませんでした
- Τε-μορφή
- お座りして
- Δυνητική
- お座りできる
- Προστακτική
- お座りしろ
- Βουλητική
- お座りしよう
- Υποθετική (ば)
- お座りすれば
- Υποθετική (たら)
- お座りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- お座りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- お座りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- お座りしなさい
- Παθητική
- お座りされる
- Αιτιατική
- お座りさせる