お弾はじき

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα οχαντζίκι, παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι παρόμοιο με τους βώλους, που παίζεται με κομμάτια από χρωματιστό γυαλί ή πλαστικό σε σχήμα κέρματος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη πιστόλι, περίστροφο