らし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παιδικό συνήθως γραμμένο με κάνα ακούσια ούρηση, κατούρημα στο παντελόνι

Κλίση

Παρόν (απλό)
お漏らしする
Παρόν (ευγενικό)
お漏らしします
Άρνηση (απλή)
お漏らししない
Άρνηση (ευγενική)
お漏らししません
Παρελθόν (απλό)
お漏らしした
Παρελθόν (ευγενικό)
お漏らししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お漏らししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お漏らししませんでした
Τε-μορφή
お漏らしして
Δυνητική
お漏らしできる
Προστακτική
お漏らししろ
Βουλητική
お漏らししよう
Υποθετική (ば)
お漏らしすれば