お澄すまし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σοβαροφάνεια, επιτήδευση, επιτηδευμένο πρόσωπο
  2. 02 ευγενικό συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως お清汁 καθαρή σούπα

Κλίση

Παρόν (απλό)
お澄ましする
Παρόν (ευγενικό)
お澄ましします
Άρνηση (απλή)
お澄まししない
Άρνηση (ευγενική)
お澄まししません
Παρελθόν (απλό)
お澄ましした
Παρελθόν (ευγενικό)
お澄まししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お澄まししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お澄まししませんでした
Τε-μορφή
お澄ましして
Δυνητική
お澄ましできる
Προστακτική
お澄まししろ
Βουλητική
お澄まししよう
Υποθετική (ば)
お澄ましすれば