にかかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό συναντώ (κάποιον ανώτερο)
  2. 02 αρχαϊκό αναγνωρίζομαι (ιδίως από κάποιον ανώτερο), είμαι ορατός, φαίνομαι, γίνομαι αντιληπτός

Παραδείγματα

  • 明日あした社長しゃちょうにかかります

    Αύριο θα συναντήσω τον πρόεδρο.

  • 先日せんじつ先生せんせいにかかる機会きかいがありました。

    Προ ημερών είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον καθηγητή.

  • 来月らいげつ会議かいぎで、かねてよりおいしたかったかたにかかれることを大変たいへん光栄こうえいおもいます。

    Στην επόμενη συνεδρίαση, αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή που θα έχω την ευκαιρία να συναντήσω το άτομο που επιθυμούσα εδώ και καιρό να γνωρίσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
お目にかかる
Παρόν (ευγενικό)
お目にかかります
Άρνηση (απλή)
お目にかからない
Άρνηση (ευγενική)
お目にかかりません
Παρελθόν (απλό)
お目にかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
お目にかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お目にかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お目にかかりませんでした
Τε-μορφή
お目にかかって
Δυνητική
お目にかかれる
Προστακτική
お目にかかれ
Βουλητική
お目にかかろう
Υποθετική (ば)
お目にかかれば