ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημη ακρόαση (με άρχοντα, υψηλόβαθμο πρόσωπο κ.λπ.), συνέντευξη
  2. 02 πρώτη δημόσια εμφάνιση, ντεμπούτο, κυκλοφορία στην αγορά
  3. 03 ιστορικό δοκιμαστική υπηρεσία (υπηρέτη), δοκιμαστική περίοδος
  4. 04 ιστορικό ακρόαση από σόγκουν (που παραχωρούνταν σε υποτελή· περίοδος Έντο), δικαίωμα ακρόασης από σόγκουν

Κλίση

Παρόν (απλό)
お目見えする
Παρόν (ευγενικό)
お目見えします
Άρνηση (απλή)
お目見えしない
Άρνηση (ευγενική)
お目見えしません
Παρελθόν (απλό)
お目見えした
Παρελθόν (ευγενικό)
お目見えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お目見えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お目見えしませんでした
Τε-μορφή
お目見えして
Δυνητική
お目見えできる
Προστακτική
お目見えしろ
Βουλητική
お目見えしよう
Υποθετική (ば)
お目見えすれば