くら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αρχειοθετημένος (για ταινία, πρότζεκτ κ.λπ.), αναβληθείς, παγωμένος, αποσυρμένος από τη δημοσίευση
  2. 02 αποθήκευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
お蔵入りする
Παρόν (ευγενικό)
お蔵入りします
Άρνηση (απλή)
お蔵入りしない
Άρνηση (ευγενική)
お蔵入りしません
Παρελθόν (απλό)
お蔵入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
お蔵入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お蔵入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お蔵入りしませんでした
Τε-μορφή
お蔵入りして
Δυνητική
お蔵入りできる
Προστακτική
お蔵入りしろ
Βουλητική
お蔵入りしよう
Υποθετική (ば)
お蔵入りすれば