お負け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάτι που δίνεται επιπλέον (με μια αγορά), πρόσθετο στοιχείο, δώρο, κάτι δωρεάν, φιλοδώρημα, πριμ, έπαθλο
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα έκπτωση, μείωση τιμής
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα προσθήκη, στολίδι (π.χ. σε μια ιστορία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- お負けする
- Παρόν (ευγενικό)
- お負けします
- Άρνηση (απλή)
- お負けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- お負けしません
- Παρελθόν (απλό)
- お負けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- お負けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- お負けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- お負けしませんでした
- Τε-μορφή
- お負けして
- Δυνητική
- お負けできる
- Προστακτική
- お負けしろ
- Βουλητική
- お負けしよう
- Υποθετική (ば)
- お負けすれば
- Υποθετική (たら)
- お負けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- お負けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- お負けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- お負けしなさい
- Παθητική
- お負けされる
- Αιτιατική
- お負けさせる