じゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευγενικό εμπόδιο, παρεμβολή

Παραδείγματα

  • 邪魔じゃまします

    Με την άδειά σας.

  • おくれてしまって、邪魔じゃましました

    Άργησα και σας ενόχλησα.

  • 長時間ちょうじかん邪魔じゃましてしまい、大変たいへん申し訳もうしわけございませんでした。

    Λυπάμαι πάρα πολύ που σας κράτησα τόσο πολύ ώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
お邪魔する
Παρόν (ευγενικό)
お邪魔します
Άρνηση (απλή)
お邪魔しない
Άρνηση (ευγενική)
お邪魔しません
Παρελθόν (απλό)
お邪魔した
Παρελθόν (ευγενικό)
お邪魔しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お邪魔しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お邪魔しませんでした
Τε-μορφή
お邪魔して
Δυνητική
お邪魔できる
Προστακτική
お邪魔しろ
Βουλητική
お邪魔しよう
Υποθετική (ば)
お邪魔すれば