お里さとが知しれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προδίδω την καταγωγή μου, αποκαλύπτω την κακή μου ανατροφή (μέσω κακών τρόπων, κ.λπ.), προδίδω τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
お里が知れる
Παρόν (ευγενικό)
お里が知れます
Άρνηση (απλή)
お里が知れない
Άρνηση (ευγενική)
お里が知れません
Παρελθόν (απλό)
お里が知れた
Παρελθόν (ευγενικό)
お里が知れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お里が知れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お里が知れませんでした
Τε-μορφή
お里が知れて
Δυνητική
お里が知れられる
Προστακτική
お里が知れろ
Βουλητική
お里が知れよう
Υποθετική (ば)
お里が知れれば