お金かねを下おろす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω ανάληψη χρημάτων, βγάζω χρήματα από την τράπεζα

Κλίση

Παρόν (απλό)
お金を下ろす
Παρόν (ευγενικό)
お金を下ろします
Άρνηση (απλή)
お金を下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
お金を下ろしません
Παρελθόν (απλό)
お金を下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
お金を下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お金を下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お金を下ろしませんでした
Τε-μορφή
お金を下ろして
Δυνητική
お金を下ろせる
Προστακτική
お金を下ろせ
Βουλητική
お金を下ろそう
Υποθετική (ば)
お金を下ろせば