かい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντλώ, αδειάζω νερό, ξεκουβαλώ με το φτυάρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
かい出す
Παρόν (ευγενικό)
かい出します
Άρνηση (απλή)
かい出さない
Άρνηση (ευγενική)
かい出しません
Παρελθόν (απλό)
かい出した
Παρελθόν (ευγενικό)
かい出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かい出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かい出しませんでした
Τε-μορφή
かい出して
Δυνητική
かい出せる
Προστακτική
かい出せ
Βουλητική
かい出そう
Υποθετική (ば)
かい出せば