かき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεθάβω, απομακρύνω με ξύσιμο (π.χ. στάχτες), αδειάζω με κουβά ή φτυάρι (π.χ. νερό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき出す
Παρόν (ευγενικό)
かき出します
Άρνηση (απλή)
かき出さない
Άρνηση (ευγενική)
かき出しません
Παρελθόν (απλό)
かき出した
Παρελθόν (ευγενικό)
かき出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき出しませんでした
Τε-μορφή
かき出して
Δυνητική
かき出せる
Προστακτική
かき出せ
Βουλητική
かき出そう
Υποθετική (ば)
かき出せば