かき合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμμαζεύω με τα χέρια, προσαρμόζω (π.χ. το γιακά), τακτοποιώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- かき合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- かき合わせます
- Άρνηση (απλή)
- かき合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- かき合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- かき合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- かき合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- かき合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- かき合わせませんでした
- Τε-μορφή
- かき合わせて
- Δυνητική
- かき合わせられる
- Προστακτική
- かき合わせろ
- Βουλητική
- かき合わせよう
- Υποθετική (ば)
- かき合わせれば
- Υποθετική (たら)
- かき合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- かき合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- かき合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- かき合わせなさい
- Παθητική
- かき合わせられる
- Αιτιατική
- かき合わせさせる