かきまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύω, χτυπώ, σκαλίζω (φωτιά), ταράζω (νερό)
  2. 02 ψάχνω αναστατώνοντας
  3. 03 προκαλώ σύγχυση, προκαλώ χάος, αναστατώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき回す
Παρόν (ευγενικό)
かき回します
Άρνηση (απλή)
かき回さない
Άρνηση (ευγενική)
かき回しません
Παρελθόν (απλό)
かき回した
Παρελθόν (ευγενικό)
かき回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき回しませんでした
Τε-μορφή
かき回して
Δυνητική
かき回せる
Προστακτική
かき回せ
Βουλητική
かき回そう
Υποθετική (ば)
かき回せば