かき曇くもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συννεφιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき曇る
Παρόν (ευγενικό)
かき曇ります
Άρνηση (απλή)
かき曇らない
Άρνηση (ευγενική)
かき曇りません
Παρελθόν (απλό)
かき曇った
Παρελθόν (ευγενικό)
かき曇りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき曇らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき曇りませんでした
Τε-μορφή
かき曇って
Δυνητική
かき曇れる
Προστακτική
かき曇れ
Βουλητική
かき曇ろう
Υποθετική (ば)
かき曇れば