かき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβροχθίζω (φαγητό), καταπίνω αμάσητο, μπουκώνω
  2. 02 μεταφέρω κάτω από το μπράτσο, κρατώ στη μασχάλη
  3. 03 συγκεντρώνω με τσουγκράνα, τραβώ προς το μέρος μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき込む
Παρόν (ευγενικό)
かき込みます
Άρνηση (απλή)
かき込まない
Άρνηση (ευγενική)
かき込みません
Παρελθόν (απλό)
かき込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
かき込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき込みませんでした
Τε-μορφή
かき込んで
Δυνητική
かき込める
Προστακτική
かき込め
Βουλητική
かき込もう
Υποθετική (ば)
かき込めば