かきらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω με τα δάχτυλα (μουσικό όργανο), γρατζουνάω, τσιμπάω τις χορδές

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき鳴らす
Παρόν (ευγενικό)
かき鳴らします
Άρνηση (απλή)
かき鳴らさない
Άρνηση (ευγενική)
かき鳴らしません
Παρελθόν (απλό)
かき鳴らした
Παρελθόν (ευγενικό)
かき鳴らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき鳴らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき鳴らしませんでした
Τε-μορφή
かき鳴らして
Δυνητική
かき鳴らせる
Προστακτική
かき鳴らせ
Βουλητική
かき鳴らそう
Υποθετική (ば)
かき鳴らせば