かち

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρούομαι, έρχομαι σε σύγκρουση, συμπίπτω
  2. 02 συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
かち合う
Παρόν (ευγενικό)
かち合います
Άρνηση (απλή)
かち合わない
Άρνηση (ευγενική)
かち合いません
Παρελθόν (απλό)
かち合った
Παρελθόν (ευγενικό)
かち合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かち合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かち合いませんでした
Τε-μορφή
かち合って
Δυνητική
かち合える
Προστακτική
かち合え
Βουλητική
かち合おう
Υποθετική (ば)
かち合えば