かっか
ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία καίω με ορμή, πυρώνω
- 02 ονοματοποιία εκρήγνυμαι από θυμό, εξοργίζομαι, εκνευρίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- かっかする
- Παρόν (ευγενικό)
- かっかします
- Άρνηση (απλή)
- かっかしない
- Άρνηση (ευγενική)
- かっかしません
- Παρελθόν (απλό)
- かっかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- かっかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- かっかしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- かっかしませんでした
- Τε-μορφή
- かっかして
- Δυνητική
- かっかできる
- Προστακτική
- かっかしろ
- Βουλητική
- かっかしよう
- Υποθετική (ば)
- かっかすれば
- Υποθετική (たら)
- かっかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- かっかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- かっかするな
- Προστακτική (ευγενική)
- かっかしなさい
- Παθητική
- かっかされる
- Αιτιατική
- かっかさせる