かっちり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία σφιχτά, ακριβώς, με ακρίβεια
  2. 02 ονοματοποιία εφαρμοστός (π.χ. κοστούμι), σφιχτός (σώμα), λιγνός

Κλίση

Παρόν (απλό)
かっちりする
Παρόν (ευγενικό)
かっちりします
Άρνηση (απλή)
かっちりしない
Άρνηση (ευγενική)
かっちりしません
Παρελθόν (απλό)
かっちりした
Παρελθόν (ευγενικό)
かっちりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かっちりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かっちりしませんでした
Τε-μορφή
かっちりして
Δυνητική
かっちりできる
Προστακτική
かっちりしろ
Βουλητική
かっちりしよう
Υποθετική (ば)
かっちりすれば