かっ込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβροχθίζω, καταπίνω αμάσητο, βουτάω (φαγητό) με λαχτάρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
かっ込む
Παρόν (ευγενικό)
かっ込みます
Άρνηση (απλή)
かっ込まない
Άρνηση (ευγενική)
かっ込みません
Παρελθόν (απλό)
かっ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
かっ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かっ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かっ込みませんでした
Τε-μορφή
かっ込んで
Δυνητική
かっ込める
Προστακτική
かっ込め
Βουλητική
かっ込もう
Υποθετική (ば)
かっ込めば