かなぐり捨てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πετώ με δύναμη, απορρίπτω, εγκαταλείπω, παραμερίζω, παρατάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- かなぐり捨てる
- Παρόν (ευγενικό)
- かなぐり捨てます
- Άρνηση (απλή)
- かなぐり捨てない
- Άρνηση (ευγενική)
- かなぐり捨てません
- Παρελθόν (απλό)
- かなぐり捨てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- かなぐり捨てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- かなぐり捨てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- かなぐり捨てませんでした
- Τε-μορφή
- かなぐり捨てて
- Δυνητική
- かなぐり捨てられる
- Προστακτική
- かなぐり捨てろ
- Βουλητική
- かなぐり捨てよう
- Υποθετική (ば)
- かなぐり捨てれば
- Υποθετική (たら)
- かなぐり捨てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- かなぐり捨てたい
- Απαγορευτική (~な)
- かなぐり捨てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- かなぐり捨てなさい
- Παθητική
- かなぐり捨てられる
- Αιτιατική
- かなぐり捨てさせる