かみ合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σφίγγω (τα δόντια μου), τρίζω
- 02 συμπλέκω (γρανάζια)
- 03 βάζω να παλέψουν (π.χ. σκυλιά), αλληλοαντιπαραθέτω
- 04 εναρμονίζω (ένα επιχείρημα), συμβιβάζω, ευθυγραμμίζω (σημεία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- かみ合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- かみ合わせます
- Άρνηση (απλή)
- かみ合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- かみ合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- かみ合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- かみ合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- かみ合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- かみ合わせませんでした
- Τε-μορφή
- かみ合わせて
- Δυνητική
- かみ合わせられる
- Προστακτική
- かみ合わせろ
- Βουλητική
- かみ合わせよう
- Υποθετική (ば)
- かみ合わせれば
- Υποθετική (たら)
- かみ合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- かみ合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- かみ合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- かみ合わせなさい
- Παθητική
- かみ合わせられる
- Αιτιατική
- かみ合わせさせる