からして
άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ήδη, για αρχή
- 02 επομένως, άρα
- 03 κρίνοντας από, βάσει του
- 04 από, εφόσον
Παραδείγματα
-
彼の態度からして、怒っているのがわかる。
Κρίνοντας από τη στάση του, καταλαβαίνω ότι είναι θυμωμένος.
-
彼は返事すらしないからして、助ける気がないのだろう。
Εφόσον δεν απαντάει καν, μάλλον δεν έχει διάθεση να βοηθήσει.
-
あの店は外観からして高級感があるから、入るのに少し躊躇ってしまう。
Από την εξωτερική του εμφάνιση και μόνο, αυτό το μαγαζί αποπνέει πολυτέλεια, γι' αυτό και διστάζω λίγο να μπω.