からっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία λαμπρός και καθαρός (καιρός, ουρανός κ.λπ.), εντελώς (καλός καιρός)
- 02 ονοματοποιία ευχάριστα ξηρός (ρούχα, αέρας κ.λπ.), τραγανός (τηγανητά, μαγειρεμένα κ.λπ.)
- 03 ονοματοποιία ειλικρινά, ανοιχτόκαρδα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- からっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- からっとします
- Άρνηση (απλή)
- からっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- からっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- からっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- からっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- からっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- からっとしませんでした
- Τε-μορφή
- からっとして
- Δυνητική
- からっとできる
- Προστακτική
- からっとしろ
- Βουλητική
- からっとしよう
- Υποθετική (ば)
- からっとすれば
- Υποθετική (たら)
- からっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- からっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- からっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- からっとしなさい
- Παθητική
- からっとされる
- Αιτιατική
- からっとさせる