からっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία λαμπρός και καθαρός (καιρός, ουρανός κ.λπ.), εντελώς (καλός καιρός)
  2. 02 ονοματοποιία ευχάριστα ξηρός (ρούχα, αέρας κ.λπ.), τραγανός (τηγανητά, μαγειρεμένα κ.λπ.)
  3. 03 ονοματοποιία ειλικρινά, ανοιχτόκαρδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
からっとする
Παρόν (ευγενικό)
からっとします
Άρνηση (απλή)
からっとしない
Άρνηση (ευγενική)
からっとしません
Παρελθόν (απλό)
からっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
からっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
からっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
からっとしませんでした
Τε-μορφή
からっとして
Δυνητική
からっとできる
Προστακτική
からっとしろ
Βουλητική
からっとしよう
Υποθετική (ば)
からっとすれば