がさがさ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία θρόισμα
- 02 ονοματοποιία ξηρός, τραχιά αίσθηση, τραχύς στην αφή
- 03 ονοματοποιία τραχύς (για άνθρωπο), ακατέργαστος, αψύς, αγενής, άξεστος
- 04 ψάρεμα με δίχτυ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がさがさする
- Παρόν (ευγενικό)
- がさがさします
- Άρνηση (απλή)
- がさがさしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がさがさしません
- Παρελθόν (απλό)
- がさがさした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がさがさしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がさがさしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がさがさしませんでした
- Τε-μορφή
- がさがさして
- Δυνητική
- がさがさできる
- Προστακτική
- がさがさしろ
- Βουλητική
- がさがさしよう
- Υποθετική (ば)
- がさがさすれば
- Υποθετική (たら)
- がさがさしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がさがさしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がさがさするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がさがさしなさい
- Παθητική
- がさがさされる
- Αιτιατική
- がさがささせる