がしゃがしゃ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με θόρυβο (μεταλλικά αντικείμενα κ.λπ. που προσκρούουν μεταξύ τους)
- 02 ονοματοποιία ακατάστατος, άτακτος, χαοτικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がしゃがしゃする
- Παρόν (ευγενικό)
- がしゃがしゃします
- Άρνηση (απλή)
- がしゃがしゃしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がしゃがしゃしません
- Παρελθόν (απλό)
- がしゃがしゃした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がしゃがしゃしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がしゃがしゃしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がしゃがしゃしませんでした
- Τε-μορφή
- がしゃがしゃして
- Δυνητική
- がしゃがしゃできる
- Προστακτική
- がしゃがしゃしろ
- Βουλητική
- がしゃがしゃしよう
- Υποθετική (ば)
- がしゃがしゃすれば
- Υποθετική (たら)
- がしゃがしゃしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がしゃがしゃしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がしゃがしゃするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がしゃがしゃしなさい
- Παθητική
- がしゃがしゃされる
- Αιτιατική
- がしゃがしゃさせる