がたつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουδουνίζω, τρίζω, παρουσιάζω κραδασμούς, είμαι ασταθής

Κλίση

Παρόν (απλό)
がたつく
Παρόν (ευγενικό)
がたつきます
Άρνηση (απλή)
がたつかない
Άρνηση (ευγενική)
がたつきません
Παρελθόν (απλό)
がたついた
Παρελθόν (ευγενικό)
がたつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
がたつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
がたつきませんでした
Τε-μορφή
がたついて
Δυνητική
がたつける
Προστακτική
がたつけ
Βουλητική
がたつこう
Υποθετική (ば)
がたつけば