がっかり
ρήμα, επίρρημα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία απογοητεύομαι, κακοκαρδίζομαι, αποθαρρύνομαι, χάνω το κουράγιο μου, νιώθω απογοήτευση
- 02 ονοματοποιία εξαντλούμαι, νιώθω κατάκοπος
Παραδείγματα
-
試験に落ちて、がっかりしました。
Απογοητεύτηκα που κόπηκα στις εξετάσεις.
-
期待していた結果が出なくて、彼はがっかりしています。
Είναι απογοητευμένος γιατί δεν πήρε το αποτέλεσμα που περίμενε.
-
長年の努力が実らず、がっかりする気持ちは理解できますが、前を向くことが大切です。
Αν και κατανοώ την απογοήτευση που νιώθεις επειδή οι προσπάθειές σου τόσα χρόνια δεν απέδωσαν, είναι σημαντικό να κοιτάξεις μπροστά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がっかりする
- Παρόν (ευγενικό)
- がっかりします
- Άρνηση (απλή)
- がっかりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がっかりしません
- Παρελθόν (απλό)
- がっかりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がっかりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がっかりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がっかりしませんでした
- Τε-μορφή
- がっかりして
- Δυνητική
- がっかりできる
- Προστακτική
- がっかりしろ
- Βουλητική
- がっかりしよう
- Υποθετική (ば)
- がっかりすれば
- Υποθετική (たら)
- がっかりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がっかりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がっかりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がっかりしなさい
- Παθητική
- がっかりされる
- Αιτιατική
- がっかりさせる