がっくり
επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία απογοητευμένος, συντετριμμένος, καταβεβλημένος
- 02 ονοματοποιία εξαντλημένος, εξουθενωμένος
Παραδείγματα
-
試験に落ちて、がっくりした。
Απογοητεύτηκα που κόπηκα στις εξετάσεις.
-
彼は試合に負けて、がっくりと肩を落とした。
Έχασε στον αγώνα και έπεσαν οι ώμοι του από την απογοήτευση.
-
長年の努力が実らず、がっくりと膝から崩れ落ちるような気持ちになった。
Όλα αυτά τα χρόνια προσπάθειας δεν απέδωσαν καρπούς, και ένιωσα σαν να γονάτισα από την απογοήτευση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- がっくりします
- Άρνηση (απλή)
- がっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- がっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- がっくりして
- Δυνητική
- がっくりできる
- Προστακτική
- がっくりしろ
- Βουλητική
- がっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- がっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- がっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がっくりしなさい
- Παθητική
- がっくりされる
- Αιτιατική
- がっくりさせる