がっしり
επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σταθερά, στιβαρά, γεροδεμένα, δυνατά, ανθεκτικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がっしりする
- Παρόν (ευγενικό)
- がっしりします
- Άρνηση (απλή)
- がっしりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がっしりしません
- Παρελθόν (απλό)
- がっしりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がっしりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がっしりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がっしりしませんでした
- Τε-μορφή
- がっしりして
- Δυνητική
- がっしりできる
- Προστακτική
- がっしりしろ
- Βουλητική
- がっしりしよう
- Υποθετική (ば)
- がっしりすれば
- Υποθετική (たら)
- がっしりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がっしりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がっしりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がっしりしなさい
- Παθητική
- がっしりされる
- Αιτιατική
- がっしりさせる