がぼがぼ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παφλασμός, γουργουρητό, αναβρασμός
  2. 02 κονομάω (χρήματα), τα κονομάω, με το τσουβάλι

Κλίση

Παρόν (απλό)
がぼがぼする
Παρόν (ευγενικό)
がぼがぼします
Άρνηση (απλή)
がぼがぼしない
Άρνηση (ευγενική)
がぼがぼしません
Παρελθόν (απλό)
がぼがぼした
Παρελθόν (ευγενικό)
がぼがぼしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
がぼがぼしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
がぼがぼしませんでした
Τε-μορφή
がぼがぼして
Δυνητική
がぼがぼできる
Προστακτική
がぼがぼしろ
Βουλητική
がぼがぼしよう
Υποθετική (ば)
がぼがぼすれば