がめつい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη άπληστος, φιλάργυρος, τσιγκούνης, αρπακτικός (π.χ. σε επιχειρήσεις), υπολογιστικός, πλεονέκτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
がめつい
Παρόν (ευγενικό)
がめついです
Άρνηση (απλή)
がめつくない
Άρνηση (ευγενική)
がめつくないです
Παρελθόν (απλό)
がめつかった
Παρελθόν (ευγενικό)
がめつかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
がめつくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
がめつくなかったです
Τε-μορφή
がめつくて
Υποθετική (ば)
がめつければ