がやがや
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία θορυβωδώς (για πλήθος που συζητά), με φασαρία, μέσα σε αναβρασμό, ακατάληπτα, με φλυαρία, με βουητό
- 02 ονοματοποιία αρχαϊκό με δυνατό τρόπο (για γέλιο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- がやがやする
- Παρόν (ευγενικό)
- がやがやします
- Άρνηση (απλή)
- がやがやしない
- Άρνηση (ευγενική)
- がやがやしません
- Παρελθόν (απλό)
- がやがやした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- がやがやしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- がやがやしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- がやがやしませんでした
- Τε-μορφή
- がやがやして
- Δυνητική
- がやがやできる
- Προστακτική
- がやがやしろ
- Βουλητική
- がやがやしよう
- Υποθετική (ば)
- がやがやすれば
- Υποθετική (たら)
- がやがやしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- がやがやしたい
- Απαγορευτική (~な)
- がやがやするな
- Προστακτική (ευγενική)
- がやがやしなさい
- Παθητική
- がやがやされる
- Αιτιατική
- がやがやさせる