がりがり
επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραγανίζω, μασάω ή συνθλίβω κάτι σκληρό, ξύνω, γδέρνω
- 02 ονοματοποιία σκληρός και τραγανός
- 03 ονοματοποιία πολύ αδύνατος, αποστεωμένος, πετσί και κόκαλο
επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict