がりがり

επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τραγανίζω, μασάω ή συνθλίβω κάτι σκληρό, ξύνω, γδέρνω
  2. 02 ονοματοποιία σκληρός και τραγανός
  3. 03 ονοματοποιία πολύ αδύνατος, αποστεωμένος, πετσί και κόκαλο