きちんと

επίρρημα, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία κατάλληλα, ακριβώς, επακριβώς, τακτικά
  2. 02 ονοματοποιία τακτικά, καθαρά, οργανωμένα

Παραδείγματα

  • それはわたしのものです。きちんといてください。

    Είναι δικό μου. Παρακαλώ βάλτο στη θέση του.

  • 仕事しごときちんとわらせてから、あそびましょう。

    Αφού τελειώσεις σωστά τη δουλειά σου, ας πάμε να παίξουμε.

  • かれはいつも、どんな状況じょうきょうでもきちんと物事ものごとかんがえるので、信頼しんらいできます。

    Μπορούμε να τον εμπιστευτούμε, γιατί πάντα σκέφτεται τα πράγματα σωστά, ανεξαρτήτως κατάστασης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
きちんとする
Παρόν (ευγενικό)
きちんとします
Άρνηση (απλή)
きちんとしない
Άρνηση (ευγενική)
きちんとしません
Παρελθόν (απλό)
きちんとした
Παρελθόν (ευγενικό)
きちんとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
きちんとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
きちんとしませんでした
Τε-μορφή
きちんとして
Δυνητική
きちんとできる
Προστακτική
きちんとしろ
Βουλητική
きちんとしよう
Υποθετική (ば)
きちんとすれば