きつい

επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δύσκολος, σκληρός, αυστηρός, απαιτητικός, δριμύς
  2. 02 αποφασιστικός, πεισματάρης, δυναμικός, υπολογίσιμος, σφοδρός
  3. 03 δυνατός (π.χ. φως του ήλιου, αλκοόλ), έντονος
  4. 04 (πολύ) στενός, σφιχτός
  5. 05 ακραίος, ασυνήθιστα έντονος

Παραδείγματα

  • このくつすこきついです

    Αυτά τα παπούτσια είναι λίγο στενά.

  • 今日きょう仕事しごとはとてもきつくてつかれました。

    Η δουλειά σήμερα ήταν πολύ σκληρή και κουράστηκα.

  • 彼女かのじょきつい性格せいかくなので、簡単かんたんには意見いけんえません。

    Επειδή έχει έντονο χαρακτήρα, δεν αλλάζει εύκολα γνώμη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
きつい
Παρόν (ευγενικό)
きついです
Άρνηση (απλή)
きつくない
Άρνηση (ευγενική)
きつくないです
Παρελθόν (απλό)
きつかった
Παρελθόν (ευγενικό)
きつかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
きつくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
きつくなかったです
Τε-μορφή
きつくて
Υποθετική (ば)
きつければ