きゃっ

επιφώνημα, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμάν, ωχ, αουτς, ναι, ουάου, φου
  2. 02 ονοματοποιία ουκ, κρακ
  3. 03 αργκό πελάτης

Παραδείγματα

  • きゃっ!」とこえました。

    «Αμάν!» φώναξα.

  • 突然とつぜんあしまれて「きゃっ!」とちいさくさけびました。

    Ξαφνικά, μου πάτησαν το πόδι και αναφώνησα ένα μικρό «ωχ!».

  • 友達ともだち背後はいごから突然とつぜんおどかされて、「きゃっ!」と可愛かわいらしいこえげてしまいました。

    Μια φίλη με τρόμαξε ξαφνικά από πίσω και μου βγήκε ένα χαριτωμένο «αμάν!».