きゃぴきゃぴ

επίρρημα, ρήμα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία καθομιλουμένη ξεχειλίζω από νεανικό ενθουσιασμό, έχω ανεβασμένη διάθεση, είμαι έτοιμος για δράση, πλημμυρίζω από νεανική ενέργεια, φέρομαι χαριτωμένα και είμαι γεμάτος ζωντάνια

Κλίση

Παρόν (απλό)
きゃぴきゃぴする
Παρόν (ευγενικό)
きゃぴきゃぴします
Άρνηση (απλή)
きゃぴきゃぴしない
Άρνηση (ευγενική)
きゃぴきゃぴしません
Παρελθόν (απλό)
きゃぴきゃぴした
Παρελθόν (ευγενικό)
きゃぴきゃぴしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
きゃぴきゃぴしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
きゃぴきゃぴしませんでした
Τε-μορφή
きゃぴきゃぴして
Δυνητική
きゃぴきゃぴできる
Προστακτική
きゃぴきゃぴしろ
Βουλητική
きゃぴきゃぴしよう
Υποθετική (ば)
きゃぴきゃぴすれば