きゅうきゅう
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τριζόντα, με ένα τρίξιμο, με ένα στριγκλισμό
- 02 σφιχτά (στριμώχνω), πυκνά (πακετάρω), γερά (δένω), σταθερά (ασφαλίζω)
- 03 καθομιλουμένη ίσα ίσα (τα βγάζω πέρα), οριακά, στο χείλος του γκρεμού, υπό πίεση, εξαντλημένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- きゅうきゅうする
- Παρόν (ευγενικό)
- きゅうきゅうします
- Άρνηση (απλή)
- きゅうきゅうしない
- Άρνηση (ευγενική)
- きゅうきゅうしません
- Παρελθόν (απλό)
- きゅうきゅうした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- きゅうきゅうしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- きゅうきゅうしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- きゅうきゅうしませんでした
- Τε-μορφή
- きゅうきゅうして
- Δυνητική
- きゅうきゅうできる
- Προστακτική
- きゅうきゅうしろ
- Βουλητική
- きゅうきゅうしよう
- Υποθετική (ば)
- きゅうきゅうすれば
- Υποθετική (たら)
- きゅうきゅうしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- きゅうきゅうしたい
- Απαγορευτική (~な)
- きゅうきゅうするな
- Προστακτική (ευγενική)
- きゅうきゅうしなさい
- Παθητική
- きゅうきゅうされる
- Αιτιατική
- きゅうきゅうさせる