きゅうきゅう

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τριζόντα, με ένα τρίξιμο, με ένα στριγκλισμό
  2. 02 σφιχτά (στριμώχνω), πυκνά (πακετάρω), γερά (δένω), σταθερά (ασφαλίζω)
  3. 03 καθομιλουμένη ίσα ίσα (τα βγάζω πέρα), οριακά, στο χείλος του γκρεμού, υπό πίεση, εξαντλημένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
きゅうきゅうする
Παρόν (ευγενικό)
きゅうきゅうします
Άρνηση (απλή)
きゅうきゅうしない
Άρνηση (ευγενική)
きゅうきゅうしません
Παρελθόν (απλό)
きゅうきゅうした
Παρελθόν (ευγενικό)
きゅうきゅうしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
きゅうきゅうしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
きゅうきゅうしませんでした
Τε-μορφή
きゅうきゅうして
Δυνητική
きゅうきゅうできる
Προστακτική
きゅうきゅうしろ
Βουλητική
きゅうきゅうしよう
Υποθετική (ば)
きゅうきゅうすれば