きりっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κομψός (με εμφάνιση που αποπνέει φρεσκάδα), αυστηρά, με ένταση, έξυπνα (π.χ. ντυμένος), προσεγμένα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- きりっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- きりっとします
- Άρνηση (απλή)
- きりっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- きりっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- きりっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- きりっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- きりっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- きりっとしませんでした
- Τε-μορφή
- きりっとして
- Δυνητική
- きりっとできる
- Προστακτική
- きりっとしろ
- Βουλητική
- きりっとしよう
- Υποθετική (ば)
- きりっとすれば
- Υποθετική (たら)
- きりっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- きりっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- きりっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- きりっとしなさい
- Παθητική
- きりっとされる
- Αιτιατική
- きりっとさせる