きんきん

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία διαπεραστικός, τσιριχτός, οξύς, μεταλλικός (ήχος)
  2. 02 ονοματοποιία έντονος, διαπεραστικός (πόνος, π.χ. πονοκέφαλος, ωταλγία)
  3. 03 παγωμένος, πολύ κρύος

Κλίση

Παρόν (απλό)
きんきんする
Παρόν (ευγενικό)
きんきんします
Άρνηση (απλή)
きんきんしない
Άρνηση (ευγενική)
きんきんしません
Παρελθόν (απλό)
きんきんした
Παρελθόν (ευγενικό)
きんきんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
きんきんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
きんきんしませんでした
Τε-μορφή
きんきんして
Δυνητική
きんきんできる
Προστακτική
きんきんしろ
Βουλητική
きんきんしよう
Υποθετική (ば)
きんきんすれば