ぎっくり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ξαφνικά, απότομα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぎっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぎっくりします
- Άρνηση (απλή)
- ぎっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぎっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぎっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぎっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぎっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぎっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぎっくりして
- Δυνητική
- ぎっくりできる
- Προστακτική
- ぎっくりしろ
- Βουλητική
- ぎっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぎっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぎっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぎっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぎっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぎっくりしなさい
- Παθητική
- ぎっくりされる
- Αιτιατική
- ぎっくりさせる