ぎゅうぎゅう
επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τριγμός, τριξιμο
- 02 ονοματοποιία συσκευασία με στενό τρόπο, συνωστισμός, στρίμωγμα
- 03 ονοματοποιία σφιχτά, δυνατά (με πίεση, δέσιμο, στρίψιμο κ.λπ.), με δύναμη
- 04 ονοματοποιία σκληρή στάση (απέναντι σε κάποιον), βασανιστικός (π.χ. με ερωτήσεις)