ぎらつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυφλώνω, εκτυφλώνω
  2. 02 αστράφτω, γυαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぎらつく
Παρόν (ευγενικό)
ぎらつきます
Άρνηση (απλή)
ぎらつかない
Άρνηση (ευγενική)
ぎらつきません
Παρελθόν (απλό)
ぎらついた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぎらつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぎらつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぎらつきませんでした
Τε-μορφή
ぎらついて
Δυνητική
ぎらつける
Προστακτική
ぎらつけ
Βουλητική
ぎらつこう
Υποθετική (ば)
ぎらつけば