ぎる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό κλέβω, τσιμπάω, βουτάω, υπεξαιρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぎる
Παρόν (ευγενικό)
ぎります
Άρνηση (απλή)
ぎらない
Άρνηση (ευγενική)
ぎりません
Παρελθόν (απλό)
ぎった
Παρελθόν (ευγενικό)
ぎりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぎらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぎりませんでした
Τε-μορφή
ぎって
Δυνητική
ぎれる
Προστακτική
ぎれ
Βουλητική
ぎろう
Υποθετική (ば)
ぎれば