ぎろぎろ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία γυριστά (με βλέμμα που καρφώνει ή κοιτάζει έντονα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぎろぎろする
Παρόν (ευγενικό)
ぎろぎろします
Άρνηση (απλή)
ぎろぎろしない
Άρνηση (ευγενική)
ぎろぎろしません
Παρελθόν (απλό)
ぎろぎろした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぎろぎろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぎろぎろしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぎろぎろしませんでした
Τε-μορφή
ぎろぎろして
Δυνητική
ぎろぎろできる
Προστακτική
ぎろぎろしろ
Βουλητική
ぎろぎろしよう
Υποθετική (ば)
ぎろぎろすれば