くぐもる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακούγομαι πνιχτά, μιλώ ακατάληπτα, μουρμουρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- くぐもる
- Παρόν (ευγενικό)
- くぐもります
- Άρνηση (απλή)
- くぐもらない
- Άρνηση (ευγενική)
- くぐもりません
- Παρελθόν (απλό)
- くぐもった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- くぐもりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- くぐもらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- くぐもりませんでした
- Τε-μορφή
- くぐもって
- Δυνητική
- くぐもれる
- Προστακτική
- くぐもれ
- Βουλητική
- くぐもろう
- Υποθετική (ば)
- くぐもれば
- Υποθετική (たら)
- くぐもったら
- Επιθυμητική (~たい)
- くぐもりたい
- Απαγορευτική (~な)
- くぐもるな
- Προστακτική (ευγενική)
- くぐもりなさい
- Παθητική
- くぐもられる
- Αιτιατική
- くぐもらせる